ζητητικός
ζητητικός
ζητητικός, ή, όν
ζητέω
disposed to search or inquire, searching, inquiring, Plat.
{ "content": "ζητητικός\n ζητητικός, ή, όν\n ζητέω\n disposed to search or inquire, searching, inquiring, Plat.", "key": "zhthtiko/s" }