ζαπληθής
ζαπληθής
ζᾰ-πληθής, ές
πλήθω
very full, ζ. γενειάς a thick beard, Aesch.; ζ. Μούσης στόμα full-sounding, Anth.
{ "content": "ζαπληθής\n ζᾰ-πληθής, ές\n πλήθω\n very full, ζ. γενειάς a thick beard, Aesch.; ζ. Μούσης στόμα full-sounding, Anth.", "key": "zaplhqh/s" }