ζαμενής
ζαμενής
ζᾰ-μενής, ές
μένος
poet. adj. very strong, mighty, raging, Hhymn., Pind.
{ "content": "ζαμενής\n ζᾰ-μενής, ές\n μένος\n poet. adj. very strong, mighty, raging, Hhymn., Pind.", "key": "zamenh/s" }