ἐφορατικός
ἐφορατικός
ἐφορᾱτικός, ή, όν
fit for overlooking, ἔργων Xen.
from ἐφοράω
{ "content": "ἐφορατικός\n ἐφορᾱτικός, ή, όν\n fit for overlooking, ἔργων Xen.\n from ἐφοράω", "key": "e)foratiko/s" }