ἐφαρμοστέος
ἐφαρμοστέος
from ἐφαρμόζω
ἐφαρμοστέος, ον
verb. adj.
one must adapt, τί τινι Luc.
{ "content": "ἐφαρμοστέος\n from ἐφαρμόζω\n ἐφαρμοστέος, ον\n verb. adj.\n one must adapt, τί τινι Luc.", "key": "e)farmoste/os" }