ἀγένειος
ἀγένειος
γένειον
beardless; ἀγένειόν τι εἰρηκέναι to speak like a boy, Luc.
{ "content": "ἀγένειος\n γένειον\n beardless; ἀγένειόν τι εἰρηκέναι to speak like a boy, Luc.", "key": "a)ge/neios" }