Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
εὐπλόκαμος
ἐΰπλοκος
εὔπλοος
ἐϋπλυνής
εὔπλωτος
εὔπνοια
εὔπνοος
εὐποδία
εὐποιητικός
εὐποίητος
εὐποιΐα
εὐποίκιλος
εὔποκος
εὐπόλεμος
εὔπομπος
εὐπορέω
εὐπορία
εὐπόριστος
εὔπορος
εὐποτμέω
εὐποτμία
View word page
εὐποιΐα
εὐποιΐα εὐ-ποιΐα, ἡ, ποιέω beneficence, Luc.
ShortDef
beneficence
Debugging
Headword:
εὐποιΐα
Headword (normalized):
εὐποιΐα
Headword (normalized/stripped):
ευποιια
IDX:
13923
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n13929
Key:
eu)poii/a
Data
{'content': 'εὐποιΐα\n εὐ-ποιΐα, ἡ,\n ποιέω\n beneficence, Luc.', 'key': 'eu)poii/a'}