Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

εὐπαραίτητος
εὐπαρακολούθητος
εὐπαρακόμιστος
εὐπάραος
εὐπαράπειστος
εὐπάρεδρος
εὐπάρθενος
εὐπαρόξυντος
εὐπαρόρμητος
εὐπάρυφος
εὐπατέρεια
εὐπατρίδης
εὔπατρις
εὐπάτωρ
εὐπειθής
εὔπειστος
εὐπέμπελος
εὐπένθερος
εὔπεπλος
εὔπεπτος
εὐπεριάγωγος
View word page
εὐπατέρεια
εὐπατέρεια εὐ-πᾰτέρεια, ἡ, πατήρ daughter of a noble sire, Hom. of places, of a noble father, Eur.

ShortDef

daughter of a noble sire

Debugging

Headword:
εὐπατέρεια
Headword (normalized):
εὐπατέρεια
Headword (normalized/stripped):
ευπατερεια
IDX:
13880
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n13886
Key:
eu)pate/reia

Data

{'content': 'εὐπατέρεια\n εὐ-πᾰτέρεια, ἡ,\n πατήρ\n daughter of a noble sire, Hom.\n of places, of a noble father, Eur.', 'key': 'eu)pate/reia'}