εὐμετάδοτος
εὐμετάδοτος
εὐ-μετάδοτος, ον
μεταδίδωμι
readily imparting, generous, NTest.
{ "content": "εὐμετάδοτος\n εὐ-μετάδοτος, ον\n μεταδίδωμι\n readily imparting, generous, NTest.", "key": "eu)meta/dotos" }