εὐμενέτης
εὐμενέτης
εὐμενέτης, ου,
Epic for εὐμενής,
a well-wisher, εὐμενέτῃσι (Epic dat. pl.) Od.
{ "content": "εὐμενέτης\n εὐμενέτης, ου,\n Epic for εὐμενής,\n a well-wisher, εὐμενέτῃσι (Epic dat. pl.) Od.", "key": "eu)mene/ths" }