Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

εὐκόσμητος
εὐκοσμία
εὔκοσμος
εὔκραιρος
εὐκρασία
εὐκράς
εὔκρατος
εὔκρεκτος
εὔκρηνος
εὔκριθος
εὐκρινέω
εὐκρινής
εὐκρόταλος
εὐκρότητος
εὔκρυπτος
εὐκταῖος
εὐκτέανος
εὐκτέανος2
ἐϋκτήμων
εὔκτητος
εὐκτικός
View word page
εὐκρινέω
εὐκρινέω εὐκρῐνέω, fut. -ήσω to keep distinct, keep in order, Xen.

ShortDef

to keep distinct, keep in order

Debugging

Headword:
εὐκρινέω
Headword (normalized):
εὐκρινέω
Headword (normalized/stripped):
ευκρινεω
IDX:
13711
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n13717
Key:
eu)krine/w

Data

{'content': 'εὐκρινέω\n εὐκρῐνέω,\n fut. -ήσω\n to keep distinct, keep in order, Xen.', 'key': 'eu)krine/w'}