εὔζωρος
εὔζωρος
εὔ-ζωρος, ον
quite pure, unmixed, of wine, Eur.; comp. -ότερος and -έστερος.
{ "content": "εὔζωρος\n εὔ-ζωρος, ον\n quite pure, unmixed, of wine, Eur.; comp. -ότερος and -έστερος.", "key": "eu)/zwros" }