Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
εὐεπίβατος
εὐεπιβούλευτος
εὐεπίθετος
εὐεπίτακτος
εὐέργεια
εὐεργεσία
εὐεργετέω
εὐεργέτημα
εὐεργέτης
εὐεργετητέος
εὐεργέτις
εὐεργής
εὐεργός
εὐερκής
εὐέρκτης
εὐερνής
εὔερος
εὐεστώ
εὐετηρία
εὐετία
εὐεύρετος
View word page
εὐεργέτις
εὐεργέτις εὐεργέτις, ιδος fem. of εὐεργέτης, Eur.
ShortDef
a benefactress (fem. of εὐεργέτης)
Debugging
Headword:
εὐεργέτις
Headword (normalized):
εὐεργέτις
Headword (normalized/stripped):
ευεργετις
Intro Text:
εὐεργέτις εὐεργέτις, ιδος fem. of εὐεργέτης, Eur.
IDX:
13556
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n13562
Key:
eu)erge/tis
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "εὐεργέτις\n εὐεργέτις, ιδος\n fem. of εὐεργέτης, Eur.", "key": "eu)erge/tis" }