εὐεργέτημα
εὐεργέτημα
εὐεργέτημα, ατος, τό,
from εὐεργετέω
a service done, kindness, Xen.
{ "content": "εὐεργέτημα\n εὐεργέτημα, ατος, τό,\n from εὐεργετέω\n a service done, kindness, Xen.", "key": "eu)erge/thma" }