εὐεργεσία
εὐεργεσία
εὐεργεσία, ἡ,
well-doing, Od., Theogn., etc.
good service, a good deed, kindness, bounty, benefit, Od., Hdt.; εὐ. καταθέσθαι ἔς τινα Thuc.; εὐ. ὀφείλεταί μοι Thuc., etc.
{ "content": "εὐεργεσία\n εὐεργεσία, ἡ,\n well-doing, Od., Theogn., etc.\n good service, a good deed, kindness, bounty, benefit, Od., Hdt.; εὐ. καταθέσθαι ἔς τινα Thuc.; εὐ. ὀφείλεταί μοι Thuc., etc.", "key": "eu)ergesi/a" }