εὐεπιβούλευτος
εὐεπιβούλευτος
εὐ-επιβούλευτος, ον
ἐπιβουλεύω
exposed to treachery or stratagem, Xen.
{ "content": "εὐεπιβούλευτος\n εὐ-επιβούλευτος, ον\n ἐπιβουλεύω\n exposed to treachery or stratagem, Xen.", "key": "eu)epibou/leutos" }