εὐδιεινός
εὐδιεινός
εὐδιεινός, ή, όν
= εὔδιος
Plat.; ἐν εὐδιεινοῖς in sheltered spots, Xen.
{ "content": "εὐδιεινός\n εὐδιεινός, ή, όν\n = εὔδιος\n Plat.; ἐν εὐδιεινοῖς in sheltered spots, Xen.", "key": "eu)dieino/s" }