εὐδιάλλακτος
εὐδιάλλακτος
εὐδιάλλακτος, ον
easy to reconcile, placable: adv. -τως, Plut.
{ "content": "εὐδιάλλακτος\n εὐδιάλλακτος, ον\n easy to reconcile, placable: adv. -τως, Plut.", "key": "eu)dia/llaktos" }