Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἐτωσιοεργός
ἐτώσιος
εὐαγγελίζομαι
εὐαγγέλιον
εὐαγγελιστής
εὐάγγελος
εὐαγέω
εὐαγής
εὐαγής2
εὐαγής3
εὐάγητος
εὐάγκαλος
εὐαγορέω
εὐαγρεσία
εὐαγρέω
εὐαγρία
εὔαγρος
εὐαγωγία
εὐάγωγος
εὐάζω
εὐαής
View word page
εὐάγητος
εὐάγητος εὐ-άγητος, ον = εὐᾱγήs3 bright, of clouds, Ar.
ShortDef
bright
Debugging
Headword:
εὐάγητος
Headword (normalized):
εὐάγητος
Headword (normalized/stripped):
ευαγητος
IDX:
13399
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n13405
Key:
eu)a/ghtos
Data
{'content': 'εὐάγητος\n εὐ-άγητος, ον\n = εὐᾱγήs3\n bright, of clouds, Ar.', 'key': 'eu)a/ghtos'}