ἐρωτικός
ἐρωτικός
ἐρωτικός, ή, όν
ἔρως
amatory, Thuc., etc.
of persons, amorous, Plat., Xen.:—adv. -κῶς, Thuc.; ἐρ. ἔχειν τινός to be eager for, Xen.
{ "content": "ἐρωτικός\n ἐρωτικός, ή, όν\n ἔρως\n amatory, Thuc., etc.\n of persons, amorous, Plat., Xen.:—adv. -κῶς, Thuc.; ἐρ. ἔχειν τινός to be eager for, Xen.", "key": "e)rwtiko/s" }