ἑρμηνευτικός
ἑρμηνευτικός
ἑρμηνευτικός, ή, όν
of or for interpreting, Luc.
from ἑρμηνεύω
{ "content": "ἑρμηνευτικός\n ἑρμηνευτικός, ή, όν\n of or for interpreting, Luc.\n from ἑρμηνεύω", "key": "e(rmhneutiko/s" }