Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἐργάσιμος
ἐργαστέος
ἐργαστήριον
ἐργαστήρ
ἐργαστικός
ἐργατήσιος
ἐργάτης
ἐργατικός
ἐργατίνης
ἐργάτις
ἔργμα
ἐργοδότης
ἐργολαβέω
ἐργολάβος
ἔργον
ἐργοπόνος
ἔργω
ἔργω
ἐργώδης
ἔρδω
ἐρεβεννός
View word page
ἔργμα
ἔργμα ἔργμα, ατος, τό, ἔργω a work, deed, business, Theogn., Aesch., etc.
ShortDef
a work, deed, business
Debugging
Headword:
ἔργμα
Headword (normalized):
ἔργμα
Headword (normalized/stripped):
εργμα
IDX:
13094
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n13097
Key:
e)/rgma
Data
{'content': 'ἔργμα\n ἔργμα, ατος, τό,\n ἔργω\n a work, deed, business, Theogn., Aesch., etc.', 'key': 'e)/rgma'}