ἐργαστικός
ἐργαστικός
ἐργαστικός, ή, όν
ἐργάζομαι
able to work, working, industrious, Plat., Xen.
{ "content": "ἐργαστικός\n ἐργαστικός, ή, όν\n ἐργάζομαι\n able to work, working, industrious, Plat., Xen.", "key": "e)rgastiko/s" }