ἐποπτικός
ἐποπτικός
from ἐπόπτης
ἐποπτικός, ή, όν
of or for an ἐπόπτης, τὰ τέλεα καὶ ἐπ. the highest mysteries, Plat.
{ "content": "ἐποπτικός\n from ἐπόπτης\n ἐποπτικός, ή, όν\n of or for an ἐπόπτης, τὰ τέλεα καὶ ἐπ. the highest mysteries, Plat.", "key": "e)poptiko/s" }