ἐπιχείρημα
ἐπιχείρημα
from ἐπιχειρέω
ἐπιχείρημα, ατος, τό,
an attempt, enterprise, Thuc., Xen.
{ "content": "ἐπιχείρημα\n from ἐπιχειρέω\n ἐπιχείρημα, ατος, τό,\n an attempt, enterprise, Thuc., Xen.", "key": "e)pixei/rhma" }