ἐπιφήμισμα
ἐπιφήμισμα
from ἐπιφημίζω
ἐπιφήμισμα, ατος, τό,
a word of ominous import, Thuc.
{ "content": "ἐπιφήμισμα\n from ἐπιφημίζω\n ἐπιφήμισμα, ατος, τό,\n a word of ominous import, Thuc.", "key": "e)pifh/misma" }