ἀκτήμων
ἀκτήμων
κτῆμα
without property, poor, χρυσοῖο in gold, Il.: absol., ἀκτ. πενία Theocr.
{ "content": "ἀκτήμων\n κτῆμα\n without property, poor, χρυσοῖο in gold, Il.: absol., ἀκτ. πενία Theocr.", "key": "a)kth/mwn" }