ἐπιπλάζομαι
ἐπιπλάζομαι
fut. -πλάγξομαι
aor1 ἐπεπλάγχθην
Pass.:— to wander about over, πόντον ἐπιπλαγχθείς Od.
{ "content": "ἐπιπλάζομαι\n fut. -πλάγξομαι\n aor1 ἐπεπλάγχθην\n Pass.:— to wander about over, πόντον ἐπιπλαγχθείς Od.", "key": "e)pipla/zomai" }