Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἄκρον
ἀκρονυχί
ἀκρόνυχος
ἀκροπενθής
ἀκροποδητί
ἀκρόπολις
ἀκροπόλος
ἀκροπόρος
ἀκρόπρῳρον
ἀκρόπτερον
ἀκροσίδηρος
ἀκρόσοφος
ἄκρος
ἀκροστόλιον
ἀκροσφαλής
ἀκροτελεύτιον
ἀκροτομέω
ἀκρότομος
ἀκροφύσιον
ἀκροχανής
ἀκροχειρίζω
View word page
ἀκροσίδηρος
ἀκροσίδηρος pointed or shod with iron, Anth.
ShortDef
pointed
Debugging
Headword:
ἀκροσίδηρος
Headword (normalized):
ἀκροσίδηρος
Headword (normalized/stripped):
ακροσιδηρος
IDX:
1248
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n1248
Key:
a)krosi/dhros
Data
{'content': 'ἀκροσίδηρος\n pointed or shod with iron, Anth.', 'key': 'a)krosi/dhros'}