ἐπικουρικός
ἐπικουρικός
ἐπικουρικός, ή, όν
ἐπικουρέω
serving for help, assistant, Plat.
of troops, auxiliary, allied, Thuc.: τὸ ἐπικουρικόν, ἐπικουρία II, Thuc.
{ "content": "ἐπικουρικός\n ἐπικουρικός, ή, όν\n ἐπικουρέω\n serving for help, assistant, Plat.\n of troops, auxiliary, allied, Thuc.: τὸ ἐπικουρικόν, ἐπικουρία II, Thuc.", "key": "e)pikouriko/s" }