ἐπικούρημα
ἐπικούρημα
ἐπικούρημα, ατος, τό,
from ἐπικουρέω
protection, χιόνος against snow, Xen.
{ "content": "ἐπικούρημα\n ἐπικούρημα, ατος, τό,\n from ἐπικουρέω\n protection, χιόνος against snow, Xen.", "key": "e)pikou/rhma" }