Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ἀκροαματικός
ἀκροάομαι
ἀκρόασις
ἀκροατέον
ἀκροατήριον
ἀκροατής
ἀκροατικός
ἀκροβαφής
ἀκροβελής
ἀκροβολέω
ἀκροβολία
ἀκροβολίζομαι
ἀκροβόλισις
ἀκρόβολος
ἀκροβόλος
ἀκροβυστία
ἀκρογωνιαῖος
ἀκρόδετος
ἀκρόδρυα
ἀκροθιγής
ἀκροθινιάζομαι
View word page
ἀκροβολία
ἀκροβολία ἀκροβόλος a slinging, skirmishing, Appian.

ShortDef

a slinging, skirmishing

Debugging

Headword:
ἀκροβολία
Headword (normalized):
ἀκροβολία
Headword (normalized/stripped):
ακροβολια
IDX:
1215
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n1215
Key:
a)kroboli/a

Data

{'content': 'ἀκροβολία\n ἀκροβόλος\n a slinging, skirmishing, Appian.', 'key': 'a)kroboli/a'}