Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἐπεισφρέω
ἔπειτα
ἐπεκβαίνω
ἐπεκβοηθέω
ἐπεκδιδάσκω
ἐπεκδιηγέομαι
ἐπεκδρομή
ἐπέκεινα
ἐπεκπίνω
ἐπέκπλοος
ἐπεκτείνω
ἐπεκτρέχω
ἐπεκφέρω
ἐπεκχωρέω
ἐπέλασις
ἐπελαύνω
ἐπελπίζω
ἐπέλπομαι
ἐπεμβαδόν
ἐπεμβαίνω
ἐπεμβάλλω
View word page
ἐπεκτείνω
ἐπεκτείνω fut. -εκτενῶ to extend:—Pass. to be extended, reach out towards, τινί NTest.
ShortDef
to extend
Debugging
Headword:
ἐπεκτείνω
Headword (normalized):
ἐπεκτείνω
Headword (normalized/stripped):
επεκτεινω
IDX:
11966
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n11969
Key:
e)pektei/nw
Data
{'content': 'ἐπεκτείνω\n fut. -εκτενῶ\n to extend:—Pass. to be extended, reach out towards, τινί NTest.', 'key': 'e)pektei/nw'}