Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ἐπεισρέω
ἐπεισφέρω
ἐπεισφρέω
ἔπειτα
ἐπεκβαίνω
ἐπεκβοηθέω
ἐπεκδιδάσκω
ἐπεκδιηγέομαι
ἐπεκδρομή
ἐπέκεινα
ἐπεκπίνω
ἐπέκπλοος
ἐπεκτείνω
ἐπεκτρέχω
ἐπεκφέρω
ἐπεκχωρέω
ἐπέλασις
ἐπελαύνω
ἐπελπίζω
ἐπέλπομαι
ἐπεμβαδόν
View word page
ἐπεκπίνω
ἐπεκπίνω fut. -εκπίομαι to drink off after, Eur.

ShortDef

to drink off after

Debugging

Headword:
ἐπεκπίνω
Headword (normalized):
ἐπεκπίνω
Headword (normalized/stripped):
επεκπινω
IDX:
11964
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n11967
Key:
e)pekpi/nw

Data

{'content': 'ἐπεκπίνω\n fut. -εκπίομαι\n to drink off after, Eur.', 'key': 'e)pekpi/nw'}