ἐπασσυτεροτριβής
ἐπασσυτεροτριβής
ἐπασσῠτερο-τρῐβής, ές
τρίβω
following close one upon another, Aesch.
{ "content": "ἐπασσυτεροτριβής\n ἐπασσῠτερο-τρῐβής, ές\n τρίβω\n following close one upon another, Aesch.", "key": "e)passuterotribh/s" }