ἐπανόρθωμα
ἐπανόρθωμα
from ἐπανορθόω
ἐπανόρθωμα, ατος, τό,
a correction, Plat., Dem.
{ "content": "ἐπανόρθωμα\n from ἐπανορθόω\n ἐπανόρθωμα, ατος, τό,\n a correction, Plat., Dem.", "key": "e)pano/rqwma" }