Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀκρατής
ἀκρατίζομαι
ἀκράτισμα
ἀκράτιστος
ἀκρατοποσία
ἀκρατοπότης
ἄκρατος
ἀκράτωρ
ἀκρατῶς
ἀκράτως
ἀκραχολέω
ἀκραχολία
ἀκράχολος
ἀκρεμών
ἀκρέσπερος
ἀκρήβης
ἄκρηβος
ἀκρίβεια
ἀκριβής
ἀκριβολογέομαι
ἀκριβολόγος
View word page
ἀκραχολέω
ἀκραχολέω to be passionate, Plat.
ShortDef
to be passionate
Debugging
Headword:
ἀκραχολέω
Headword (normalized):
ἀκραχολέω
Headword (normalized/stripped):
ακραχολεω
Intro Text:
ἀκραχολέω to be passionate, Plat.
IDX:
1182
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n1182
Key:
a)kraxole/w
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ἀκραχολέω\n to be passionate, Plat.", "key": "a)kraxole/w" }