ἐπανάσεισις
ἐπανάσεισις
ἐπανάσεισις, εως
a brandishing against, Thuc.
from ἐπανασείω
{ "content": "ἐπανάσεισις\n ἐπανάσεισις, εως\n a brandishing against, Thuc.\n from ἐπανασείω", "key": "e)pana/seisis" }