ἐπακολούθημα
ἐπακολούθημα
from ἐπᾰκολουθέω
ἐπᾰκολούθημα, ατος, τό,
a consequence, Plut.
{ "content": "ἐπακολούθημα\n from ἐπᾰκολουθέω\n ἐπᾰκολούθημα, ατος, τό,\n a consequence, Plut.", "key": "e)pakolou/qhma" }