ἐξώλης
ἐξώλης
ἐξώλης, ες
ἐξόλλυμι
utterly destroyed, Hdt., Dem.: in imprecations, ἐξ. ἀπόλοιο Ar.; cf. προώλης.
{ "content": "ἐξώλης\n ἐξώλης, ες\n ἐξόλλυμι\n utterly destroyed, Hdt., Dem.: in imprecations, ἐξ. ἀπόλοιο Ar.; cf. προώλης.", "key": "e)cw/lhs" }