ἐξιτητέος
ἐξιτητέος
ἐξῐτητέος, ον
verb. adj. of ἔξειμι
εἶμι ibo
one must go forth, Xen.
{ "content": "ἐξιτητέος\n ἐξῐτητέος, ον\n verb. adj. of ἔξειμι\n εἶμι ibo\n one must go forth, Xen.", "key": "e)cithte/os" }