ἐξημοιβός
ἐξημοιβός
ἐξημοιβός, όν
ἐξαμείβω
serving for change, εἵματα δʼ ἐξημοιβά changes of raiment, Od.
{ "content": "ἐξημοιβός\n ἐξημοιβός, όν\n ἐξαμείβω\n serving for change, εἵματα δʼ ἐξημοιβά changes of raiment, Od.", "key": "e)chmoibo/s" }