ἐξεταστικός
ἐξεταστικός
ἐξεταστικός, ή, όν
ἐξετάζω
capable of examining into, τινός Xen.:—absol. inquiring, Xen.:—adv. -κῶς, Dem.
ἐξ. (sc. ἀργύριον) , the salary of an ἐξεταστής, Dem.
{ "content": "ἐξεταστικός\n ἐξεταστικός, ή, όν\n ἐξετάζω\n capable of examining into, τινός Xen.:—absol. inquiring, Xen.:—adv. -κῶς, Dem.\n ἐξ. (sc. ἀργύριον) , the salary of an ἐξεταστής, Dem.", "key": "e)cetastiko/s" }