ἐξανδραπόδισις
ἐξανδραπόδισις
from ἐξανδρᾰποδίζω
ἐξανδρᾰπόδισις, εως
a selling for slaves, Hdt.
{ "content": "ἐξανδραπόδισις\n from ἐξανδρᾰποδίζω\n ἐξανδρᾰπόδισις, εως\n a selling for slaves, Hdt.", "key": "e)candrapo/disis" }