Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἀκόλυμβος
ἀκομιστία
ἀκόμιστος
ἄκομος
ἀκόμπαστος
ἄκομπος
ἄκομψος
ἀκονάω
ἀκόνδυλος
ἀκόνη
ἀκονιτικός
ἀκονιτί
ἀκόνιτον
ἀκόνιτος
ἀκοντίζω
ἀκόντιον
ἀκοντί
ἀκόντισις
ἀκόντισμα
ἀκοντισμός
ἀκοντιστής
View word page
ἀκονιτικός
ἀκονιτικός from ἀκόνιτον made of aconite, Xen.
ShortDef
made of aconite
Debugging
Headword:
ἀκονιτικός
Headword (normalized):
ἀκονιτικός
Headword (normalized/stripped):
ακονιτικος
Intro Text:
ἀκονιτικός from ἀκόνιτον made of aconite, Xen.
IDX:
1131
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n1131
Key:
a)konitiko/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ἀκονιτικός\n from ἀκόνιτον\n made of aconite, Xen.", "key": "a)konitiko/s" }