ἐντεσιεργός
ἐντεσιεργός
ἐντεσι-εργός, όν
ἔργον
working in harness, ἡμίονοι ἐντ. draught- mules, Il.
{ "content": "ἐντεσιεργός\n ἐντεσι-εργός, όν\n ἔργον\n working in harness, ἡμίονοι ἐντ. draught- mules, Il.", "key": "e)ntesiergo/s" }