ἐννεακαιδεκέτης
ἐννεακαιδεκέτης
or ἐννεα-και-δεκ(α)-ετής, ές
ἔτος
nineteen years old, Anth.
{ "content": "ἐννεακαιδεκέτης\n or ἐννεα-και-δεκ(α)-ετής, ές\n ἔτος\n nineteen years old, Anth.", "key": "e)nneakaideketh/s" }