Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ἐνδημέω
ἔνδημος
ἐνδιαβάλλω
ἐνδιάζω
ἐνδιαθρύπτομαι
ἐνδιαιτάομαι
ἐνδιατάσσω
ἐνδιατρίβω
ἐνδιατριπτέος
ἐνδιάω
ἐνδιδύσκω
ἐνδίδωμι
ἐνδιημερεύω
ἐνδίημι
ἔνδικος
ἔνδινα
ἐνδινέω
ἔνδιος
ἐνδίφριος
ἔνδοθεν
ἔνδοθι
View word page
ἐνδιδύσκω
ἐνδιδύσκω to put on another, τινά τι NTest.:—Mid. to put on oneself, NTest.

ShortDef

to put on

Debugging

Headword:
ἐνδιδύσκω
Headword (normalized):
ἐνδιδύσκω
Headword (normalized/stripped):
ενδιδυσκω
IDX:
10969
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n10972
Key:
e)ndidu/skw

Data

{'content': 'ἐνδιδύσκω\n to put on another, τινά τι NTest.:—Mid. to put on oneself, NTest.', 'key': 'e)ndidu/skw'}