ἐνάμιλλος
ἐνάμιλλος
ἐν-άμιλλος (ᾰ), ον
ἅμιλλα
engaged in equal contest with, a match for, τινι Plat.
{ "content": "ἐνάμιλλος\n ἐν-άμιλλος (ᾰ), ον\n ἅμιλλα\n engaged in equal contest with, a match for, τινι Plat.", "key": "e)na/millos" }