ἐνάλιος
ἐνάλιος
ἐν-άλιος (ᾰ), α, ον
εἰν- poet.
ἅλς
in, on, of the sea, Lat. marinus, Od., Aesch., etc.; ἐν. λεώς sea men, Soph.; πόντου εἰναλία φύσις, i. e. fish, Soph.
{ "content": "ἐνάλιος\n ἐν-άλιος (ᾰ), α, ον\n εἰν- poet.\n ἅλς\n in, on, of the sea, Lat. marinus, Od., Aesch., etc.; ἐν. λεώς sea men, Soph.; πόντου εἰναλία φύσις, i. e. fish, Soph.", "key": "e)na/lios" }